ΑΠΟΨΗ: Obscuro Barroco

του Γιώργου Πάσχου

Σε μία κοινωνία που βουλιάζει, δίχως να έχει υπηρετήσει ακόμα τον σκοπό για τον οποίο γεννήθηκε, την ανθρώπινη τελείωση, η μεταμόρφωση οφείλει να αποτελέσει το θεμέλιο και τον πυρήνα της επανεφεύρεσης του υπάρχοντος.

Το «Obscuro Barroco», το νέο ντοκιμαντέρ της σκηνοθέτη Ευαγγελίας Κρανιώτη, ως φυσική εξέλιξη της πρώτης της ταινίας, «Exotica, Erotica, Etc.» και της θεματικής της επιθυμίας, αποτελεί την ουσία της ιδέας της μεταμόρφωσης, εισάγοντας εντός της φόρμας της μια ιμπρεσιονιστική απεικόνιση του Ρίο Ντε Τζανέιρο. Μία πόλη η οποία ενσωματώνει τις διαφορές μεταξύ του Απολλώνιου φωτός και του Διονυσιακού βάθους, όπως αρμόζει σε μια αρχαία τραγωδία. Τις διαφορές αυτές αναλαμβάνει να τονίσει η Luana Muniz, η εμβληματική τρανς Βραζιλιάνα ακτιβίστρια, η οποία μετατράπηκε σε δημόσιο πρόσωπο λόγω της συνεχούς δράσης της στον τομέα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κατ’ επέκταση των δικαιωμάτων της LGBTQ κοινότητας. Η υπνωτική χροιά της συμβάλλει στο ταξίδι του κινηματογραφικού κοινού εντός του κοινωνικού ασυνειδήτου της βραζιλιάνικης πρωτεύουσας, το οποίο καταλήγει στη συνειδητή πραγματικότητα του διαχωρισμού και της ετεροκανονικότητας.

Το ντοκιμαντέρ εκκινεί από μια αλληλουχία εικόνων του φυσικού περιβάλλοντος και του βιομηχανικού πεδίου, γεγονός που εισάγει τους θεατές στη βασική προβληματική της ταινίας, που δεν είναι άλλη από τις διαφορές που υπάρχουν εντός της πόλης. Διαφορές μεταξύ φύλων, κοινωνικών τάξεων, ηλικιακές διαφορές καθώς και διαφορές τρόπου κατανόησης της ζωής. Η αργή κίνηση της κάμερας μετατρέπεται ταχύτατα σε μια εκστατική και συγχρόνως ξέφρενη αποτύπωση του διονυσιακού καρναβαλιού, καθώς και της συνεχούς αναζήτησης των ρευστών ορίων της ταυτότητας, η ανίχνευση των οποίων οδηγεί τα άτομα από τον παράδεισο στην κόλαση, κι από ‘κει στο καθαρτήριο.

Η ταινία, γεμάτη με τον δημιουργικό αναβρασμό της σκηνοθέτη, συνδιαλέγεται με τον μαγικό ρεαλισμό του μυθιστορήματος της Λατινικής Αμερικής, και πιο συγκεκριμένα της Clarice Lispector, αναστοχαζόμενη παράλληλα, περισσότερο ποιητικά και αφαιρετικά παρά κοινωνιολογικά, το θέμα της μεταμόρφωσης. Επιτυγχάνει να αναδείξει εκείνες τις πτυχές του Ρίο Ντε Τζανέιρο που καθιστούν την πόλη βαθιά υποκριτική, καθώς παρά το γεγονός ότι είναι δεκτική στην άνευ ορίων μεταμόρφωση, στο πλαίσιο του θεσμού του καρναβαλιού, είναι ταυτόχρονα βαθιά μη ανεκτική στη διαφορετικότητα και στην ελευθερία αυτοκαθορισμού και έκφρασης μέσω της ανακατασκευής της ταυτότητας. Μια πόλη που κινείται μεταξύ της ονειρώδους φαντασίας και της σκληρής, βίαιης πραγματικότητας, αρνούμενη τους ίδιους τους ανθρώπους που καταφέρνουν να ξεπεράσουν μέσω της μεταμόρφωσης τα όρια που θέτει το βιολογικό τους σώμα.

Η σκηνοθέτης, καταγράφοντας εικόνες κυρίως τη νύχτα, για να αναδείξει τη δική της πραγματικότητα, όπως η ίδια αναφέρει, αναζητά γραμμές φωτός μέσα στο σκοτάδι, γεγονός που διαφαίνεται καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Συνεχής συνδιαλλαγή μεταξύ του σκοταδιού και του φωτός, ανάμεσα στα ψεύτικα φώτα της πόλης και στις σκοτεινές γωνιές της ανθρώπινης καρδιάς, συνθέτει ένα ψηφιδωτό το οποίο μεταμφιέζεται και αυτό άλλοτε σε ένα ποιητικό μπαρόκ έργο τέχνης και άλλοτε σε μια διακύρηξη για την ετερότητα. Όλα αυτά συμβαίνουν καθώς η πρωταγωνίστρια παίζει με το φως, πυροδοτώντας παράλληλα ένα ερωτικό παιχνίδι με την κάμερα και ρευστοποιώντας ακόμα περισσότερο τα θολά όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας.

«Στο τέλος του καρναβαλιού, μένει μόνο η τραβεστί μεταμφιεσμένη στη γωνιά του δρόμου», η τραγική διαπίστωση της Luana Muniz. Πάνω σε αυτήν τη διαπίστωση, δημιουργήθηκε το «Obscuro Barocco». Το ιδιαίτερο εκπόνημα της Ευαγγελίας Κρανιώτη αποτελεί ένα εξαίρετο δείγμα της ανάγκης να κοιτάξει κανείς πίσω από την ομορφιά της εικόνας και να ρίξει φως σε εκείνα τα φαινόμενα κοινωνικής παθογένειας τα οποία οδηγούν σε μια ακραία αποδοχή της ετεροκανονικότητας. Η σκηνοθέτης επιτυγχάνει, δημιουργώντας μια μοναδικά όμορφά ποιητική φόρμα, να αναδείξει τις ειρωνικές αντιθέσεις όχι μόνο του Ρίο Ντε Τζανέιρο αλλά και του κόσμου εν γένει, συνδιαλεγόμενη με τη συγκλονιστική περσόνα της Luana, η οποία έφυγε από τη ζωή λίγο καιρό μετά το τέλος των γυρισμάτων του φιλμ. Υπερτονίζει τη βίαιη πραγματικότητα για να μπορέσει κάποτε να την καταστρέψει.

 



Leave a Reply